Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

melting snow


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο melting παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: snow
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: melting, melt

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
melting adj(becoming liquid)που λιώνει περίφρ
 (αρκετά ή εντελώς)λιωμένος μτχ πρκ
 (μέτρια ή αρκετά)μισολιωμένος μτχ πρκ
 The polar bear fell through the melting ice.
 Η πολική αρκούδα έπεσε μέσα στον πάγο που έλιωνε.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
melt vi(be heated until liquid)λιώνω ρ αμ
 (επίσημο, επιστημονικό)τήκομαι ρ αμ
 The ice melted when the sun came out.
 Ο πάγος έλιωσε όταν βγήκε ο ήλιος.
melt [sth] vtr(heat until liquid)λιώνω ρ μ
 (επίσημο, επιστημονικό)τήκω ρ μ
 The cook melted the butter in the pan.
 Ο μάγειρας έλιωσε το βούτυρο στο τηγάνι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
melt n(melted ice or snow)λιωμένο χιόνι μτχ πρκ + ουσ ουδ
  λιωμένος πάγος μτχ πρκ + ουσ αρσ
 (από λιωμένο χιόνι, πάγο)νερό ουσ ουδ
 The melt came down from the mountains in the spring.
melt nUS (type of hot sandwich)ζεστό σάντουιτς με λιωμένο τυρί
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Gary bought a ham and cheese melt at the store.
melt vifigurative (give in) (μεταφορικά)πέφτω, καταρρέω ρ αμ
  υποχωρώ, ενδίδω ρ αμ
 When army rolled in the resistance melted.
melt vifigurative (person: become tender, loving) (μεταφορικά)λιώνω ρ αμ
 When Joe saw the child's tears, he melted.
melt vi([sb]'s heart: become tender, loving) (μεταφορικά)λιώνω ρ αμ
 When she saw the puppy's sad face, Sue's heart melted.
 Those kittens are so cute, they make my heart melt.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
melt away vi phrasal(thaw) (κυριολεκτικά)λιώνω, ξεπαγώνω ρ αμ
 The ice will melt away as the temperature rises.
melt away vi phrasalfigurative (feelings: disappear, evaporate) (μεταφορικά, για συναισθήματα)φθίνω, εξατμίζομαι, εξαφανίζομαι ρ αμ
 His anger melted away when she flashed him her beautiful smile.
melt away vi phrasalfigurative (crowd: disperse, disappear) (για πλήθος)διαλύομαι, εξαφανίζομαι ρ αμ
 Faced with the riot police the crowd melted away.
melt [sth] down vtr phrasal sep(substance)λιώνω ρ μ
 Melt down used wax and pour it into molds to make new candles.
melt down vi phrasal(nuclear power plant) (τήξη πυρηνικού αντιδραστήρα)καταρρέω ρ αμ
 After the accident, the nuclear plant began to melt down.
 Μετά το ατύχημα, ο πυρηνικός σταθμός άρχισε να καταρρέει.
melt down vi phrasal(emotionally) (μεταφορικά: ψυχολογικά)καταρρέω ρ αμ
 Pete is melting down because he is under so much pressure at work.
 Ο Πιτ κοντεύει να καταρρεύσει, γιατί πιέζεται πολύ με τη δουλειά του.
melt into [sth] vtr phrasal insepfigurative (disappear into) (μεταφορικά)χάνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 After looking at me for a few seconds, she melted into the crowd. She was gone.
melt [sth] into [sth] vtr phrasal insep(dissolve into)διαλύομαι μέσα σε κτ, λιώνω μέσα σε κτ έκφρ
 Stir the mixture over a low heat until the chocolate melts into the cream.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
melting | melt
ΑγγλικάΕλληνικά
melting point n(temperature at which a solid turns to liquid)σημείο τήξης έκφρ
 Bronze has a lower melting point than iron.
melting pot nfigurative (fusion of cultures, nationalities) (μεταφορικά)χωνευτήρι ουσ ουδ
 New York city was a cultural melting pot in the nineteenth century, with immigrants coming from all over Europe.
 Τον δέκατο ένατο αιώνα η Νέα Υόρκη ήταν ένα χωνευτήρι πολιτισμών, με μετανάστες που κατέφθαναν απ' όλη την Ευρώπη.
melting-pot n as adjfigurative (fusing cultures, nationalities) (μεταφορικά)χωνευτήρι ουσ ουδ
 London is a melting-pot city of different races, cultures and religions.
 Η πόλη του Λονδίνου αποτελεί χωνευτήρι διαφορετικών φυλών, πολιτισμών και θρησκειών.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'melting snow' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση melting snow στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «melting snow».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!